ΤΙ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΝΟΣΟ ALZHEIMER ΣΗΜΕΡΑ


Η άνοια είναι ένας περιγραφικός, γενικός όρος, μια κατάσταση ενώ η νόσος Alzheimer είναι συγκεκριμένη ασθένεια, η οποία ευθύνεται για το 60 – 70 % των περιπτώσεων άνοιας της τρίτης ηλικίας. Η αμέ­σως επόμενη σε συχνότητα άνοια είναι η αγγειακή άνοια, η οποία προκαλείται από πολλαπλά εγκεφαλικά επεισόδια, μικρά ή μεγάλα. Άλλες μορφές άνοιας οφείλονται σε σπα­νιότερα αίτια όπως η νόσος με σωμάτια Lewy, οι μετωποκροταφικές άνοιες κλπ.

Η άνοια είναι κατάσταση μη αναστρέψιμη, που εξελίσσεται με αργούς ρυθμούς σε βάθος χρόνου. Τα συμπτώματα της είναι διαταραχές μνήμης, λόγου και επιτελικών λειτουργιών, απώλεια προσανατολισμού στο χώρο και το χρόνο και έκπτωση της καθημερινής λειτουργικότητας. Συνυπάρχουν αλλαγές στην προσωπικότητα, σωματικά ενοχλήματα και ψυχιατρικά συμπτώματα, όπως απάθεια, κατάθλιψη, επιθετικότητα, ευερεθιστότητα, αρνητισμός, παραλήρημα και ψευδαισθήσεις. Από την έναρξη των συμπτωμάτων μέχρι τα τελικά στάδια μεσολαβούν κατά μέσο όρο 10 χρόνια.

Οι σημαντικότεροι παράγοντες κινδύνου είναι η γενετική προδιάθεση και η αύξηση της ηλικίας, παράγοντες μη τροποποιήσιμοι. Στη νόσο Alzheimer  συγκεκριμένα, η αυστηρά κληρονομική μορφή είναι σπάνια, αφορά σε 1-2 % του συνόλου των πασχόντων και εμφανίζεται σε ηλικίες κάτω των 65 ετών. Η  σποραδική μορφή της νόσου Alzheimer, που εμφανίζεται μετά τα 65 έτη, έχει σαφώς μικρότερη κληρονομική επιβάρυνση.

Τα νευροπαθολογικά χαρακτηριστικά της νόσου Alzheimer είναι η ενδοκυττάρια εναπόθεση πρωτεΐνης τ που σχηματίζει τα νευροϊνιδιακά συμπλέγματα και η εξωκυττάρια εναπόθεση β-αμυλοειδούς, που σχηματίζει τις αμυλοειδικές πλάκες. Οι σχηματισμοί αυτοί πολλαπλασιάζονται και καταστρέφουν τους φυσιολογικούς εγκεφαλικούς νευρώνες των ασθενών.

Μελέτες πληθυσμών στην Ευρώπη και την Αμερική τα τελευταία χρόνια αποδεικνύουν, ότι η επίπτωση της άνοιας μειώνεται, ως αποτέλεσμα της αλλαγής του τρόπου ζωής και του ελέγχου των καρδιαγγειακών παραγόντων κινδύνου. Οι πολιτικές για τη δημόσια υγεία θα πρέπει να ενθαρρύνουν τους μεσήλικες να διακόπτουν το κάπνισμα, να ασκούνται σωματικά, να ακολουθούν  διατροφή πλούσια σε φρούτα, λαχανικά και ψάρια (Μεσογειακή δίαιτα), να ελέγχουν την παχυσαρκία, το διαβήτη και την υπέρταση και να αποφεύγουν την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ. Επιπρόσθετα, άνθρωποι με πολλά χρόνια εκπαίδευσης, απαιτητικά επαγγέλματα και περισσότερες δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου (συμπεριλαμβανομένων πνευματικών, κοινωνικών, αλλά και φυσικών-σωματικών δραστηριοτήτων) έχουν μικρότερες πιθανότητες ανάπτυξης νόσου Alzheimer. 

Οι εγκεκριμένοι θεραπευτικοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται σήμερα για τη θεραπεία της νόσου Alzheimer  είναι οι αναστολείς της χολινεστεράσης (δονεπεζίλη, ριβαστιγμίνη, γκαλανταμίνη) και η μεμαντίνη. Τα φάρμακα αυτά  θεωρούνται συμπτωματικές θεραπείες και ελέγχουν μερικώς τα νοητικά και συμπεριφορικά συμπτώματα της νόσου χωρίς να επηρεάζουν τη νευροεκφυλιστική διεργασία στον εγκέφαλο.

Πολλοί νέοι φαρμακευτικοί παράγοντες δοκιμάζονται αυτή τη στιγμή σε μεγάλες μελέτες σε όλο τον κόσμο. Τα νέα επιστημονικά δεδομένα μας επιτρέπουν να είμαστε αισιόδοξοι ότι στα επόμενα χρόνια οι πρόοδοι της επιστήμης θα έχουν και πρακτική εφαρμογή στη φροντίδα των ασθενών με άνοια.  Τον  Ιούνιο  2021,  o FDA, o αμερικανικός Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων ενέκρινε την κυκλοφορία του Αducanumab, του μονοκλωνικού αντισώματος, που σηματοδοτεί την πρώτη αιτιολογική θεραπεία για την αντιμετώπιση της εξέλιξης της νόσου Alzheimer και προκαλεί μείωση των αμυλοειδικών πλακών στον εγκέφαλο των ασθενών. Η βελτίωση όμως των κλινικών συμπτωμάτων δεν ήταν εξίσου σημαντική. Η καινοτομία του Αducanumab εντοπίζεται στο γεγονός, πως στοχεύει στις αλλοιώσεις του εγκεφάλου και όχι μόνο στην ανακούφιση των συμπτωμάτων.